Ο Νίκος Εγγονόπουλος στην Άνδρο- Ελληνοκεντρικός υπερεθνικός κοσμοπολίτης

ENGONOPOULOS 3 (1)

Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή ετοιμάζει για το καλοκαίρι 2017 ένα αφιέρωμα στον διακεκριμένο ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος έκανε έμβλημά του το απόφθεγμα του Οράτιου, Ut pictura poesis: «Όπως η ζωγραφική, η ποίηση» ή, πιο ελεύθερα: «Η ζωγραφική και η ποίηση πρέπει να βασίζονται στην ίδια αρχή». Υπήρξε ζωγράφος, υπήρξε ποιητής, υπήρξε επίσης καθηγητής στο Πολυτεχνείο. Τρεις αλληλοσυμπληρούμενες διαδρομές –ο όρος καριέρα θα ήταν αδόκιμος εδώ– για έναν μόνο άνθρωπο, που τις ακολούθησε αδιάκοπα και ακούραστα επί σχεδόν πενήντα χρόνια. Τρεις δραστηριότητες διαχωρισμένες μεν μεταξύ τους, που ωστόσο εμπλουτίζονταν η μία από την άλλη χάρη σ’ έναν ισχυρό κοινό παρονομαστή: την τεράστια, ποικίλη και ακόρεστη, στην πάροδο του χρόνου, γενική παιδεία του Εγγονόπουλου.

Μεταθανάτια αυτοπροσωπογραφία, 1940 Σινική μελάνη και ακουαρέλα σε χαρτί, 29,5 x 24 εκ., Ιδιωτική συλλογή

Σκοπός της έκθεσης που του αφιερώνει το Ίδρυμα Β. & Ε. Γουλανδρή είναι να αναδείξει αυτή την πολλαπλή δημιουργικότητα, αλλά και αυτό το αναμφισβήτητο ταλέντο που επέδειξε σε όλα εκείνα με τα οποία καταπιάστηκε. Βέβαια, σε ένα μουσείο είναι αναπόφευκτο να κυριαρχήσει η πλευρά του ζωγράφου, χωρίς ωστόσο να επισκιάζεται η πλευρά του ποιητή, όπως και του καθηγητή. Υπάρχουν τόσα πολλά που μπορεί να πει κανείς για τον ρόλο του ζωγράφου και μόνο… Εκείνου του ζωγράφου που φοβάται τη μαύρη τρύπα όπως φοβάται ο συγγραφέας τη λευκή σελίδα, καθώς το περιγράφει πολύ καλά ο ίδιος: «Ο ζωγράφος μεταχειρίζεται χρώματα και πινέλλα, λάδι, νεύτι και άλλα. Ξέρει όμως ότι πίσω από το τελλάρο του υπάρχει μία φοβερή, βαθειά μαύρη τρύπα. Παραμερίζει, με την τόλμη του ονείρου, το τελλάρο και σκύβοντας μες στο σκοτεινό βάραθρο βλέπει μακρυά, πολύ μακρυά, κοντά στο βάθος, κάτι να φωσφορίζη αμυδρά.

Στο συναμεταξύ πετούν –αθόρυβα– μαύρα πουλιά, φτερωτά ψάρια και φαντάσματα. Ξανάρχεται στο φως. Αναμεσίς σ’ αυτόν και στο τελλάρο του βρίσκεται τώρα ένα θεριό. Αλλά και πάλι δε φοβάται». Ποιος θα μπορούσε να εκφράσει καλύτερα τις αγωνίες του ποιητή, αν όχι ο ίδιος ο ζωγράφος;

Κορυφαία, Κοστούμι για την παράσταση του έργου Ίων του Ευριπίδη, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, το 1959, σε σκηνοθεσία Λίνου Καρζή. Ακουαρέλα και μολύβι σε χαρτί με δείγματα από υφάσματα, περίπου 18 x 14,5 εκ.

Η έκθεση δομείται σε επτά ενότητες, που συναρθρώνονται μεταξύ τους:

1) Η πρώτη ενότητα αποτελείται από πίνακες θρησκευτικού ή μη χαρακτήρα, επηρεασμένους από τη βυζαντινή ζωγραφική, ιδιαίτερα από την τεχνική της αυγοτέμπερας πάνω σε ξύλο.

2) Η δεύτερη ενότητα αφορά τους ιστορικούς ήρωες και τα καλλιτεχνικά πρότυπα που επηρέασαν τον Εγγονόπουλο, στους οποίους θέλησε να αφιερώσει μία ή περισσότερες συνθέσεις.

3) Στην τρίτη ενότητα κυριαρχεί η γυναικεία μορφή, σε αυτή την απόλυτα αναγνωρίσιμη ως φτιαγμένη από το χέρι του Εγγονόπουλου γυναίκα, αλλά και την τόσο άπιαστη, τόσο αινιγματική, που διατρέχει το σύνολο του έργου του δημιουργού της χωρίς να αποκαλύπτει τα μυστικά της.

4) Η ελληνική μυθολογία αποτελεί το θέμα της τέταρτης ενότητας που, όπως και οι ήρωες και τα πρότυπα, μας δίνει την ευκαιρία να αντιληφθούμε την έκταση των γνώσεων του ζωγράφου και να εκτιμήσουμε καλύτερα την πολιτισμική κληρονομιά μας.

5) Πέμπτη ενότητα, το ζευγάρι, αυτή η οντότητα με τα δύο κεφάλια, που τόσο αγαπούσε ο Εγγονόπουλος και αποτελεί τη βάση για πολλές και σημαντικές συνθέσεις.

6) Η έκτη ενότητα εστιάζει στο ενδιαφέρον του καλλιτέχνη για την αρχιτεκτονική και την ικανότητά του να αποδίδει τη γοητεία πολλών κατοικιών με το βλέμμα ενός ζωγράφου γνώστη των λεπτομερειών της προοπτικής.

7) Η τελευταία ενότητα παρουσιάζει τη δραστηριότητά του ως δημιουργού κοστουμιών για το θέατρο.

Η κάθε πτυχή πλαισιώνεται με εμπεριστατωμένα κείμενα, τα οποία συνέγραψαν με γνώση άνθρωποι που γνωρίζουν εμβριθώς το έργο του Εγγονόπουλου και εμπεριέχονται στον δίγλωσσο συνοδευτικό κατάλογο των 290 σελίδων, όπου αναπαράγεται και το σύνολο των 110 έργων του, ο οποίος θα εκδοθεί από τη Μικρή Άρκτο.

Διάρκεια έκθεσης: 25 Ιουνίου – 1η Οκτωβρίου 2017

Ώρες Λειτουργίας: Καθημερινά 11.00-15.00 και 18.00-21.00, Δευτέρα 11.00-15.00,

Δευτέρα απόγευμα και Τρίτη κλειστά.

Επικοινωνία: Μικρή Άρκτος, Ειρήνη Λαγουρού 6977 24 77 25, irini.lagourou@gmail.com

Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, Τηλ.: 210 7252895 – 6

Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Άνδρος, Τηλ.: 22820 22444, Fax: 22820 22490 E-mail: info@goulandris.gr, www.goulandris.gr / www.moca-andros.gr

Facebook: pages/MOCA-Museum-of-Contemporary-Art-Andros

twitter.com/BEGoulandris

Σύνθεσις, 1960 Λάδι σε καμβά, 92 x 73 εκ., Συλλογή Μανίτας Χατζηφωτίου

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ

Ο λόγος του ποιητή και η πράξη του ζωγράφου στην ενιαία αδιάσπαστη ενότητα και οντότητά τους συγκροτούν τον άξονα της καλλιτεχνικής δημιουργίας του Εγγονόπουλου. «Οι λέξεις είναι στοιχεία που τα ξομπλιάζω και τα βάζω χρωματιστά το ένα πλάι στο άλλο», έλεγε. Η ποίηση ευαισθητοποιεί, κεντρίζει και διεγείρει την εικαστική οπτική, την έμφυτη διεισδυτική του ματιά, και σε συμπρακτική αλληλουχία παράγουν το εντυπωσιακό σε μέγεθος και πρωτοτυπία ζωγραφικό και ποιητικό αποτέλεσμα, που τον ανέδειξε, όχι χωρίς επιφυλάξεις και δισταγμούς έως και απορρίψεις στην αρχή, σε κυρίαρχο πρωτοπόρο του ελληνικού υπερρεαλιστικού κινήματος.

[…]Ο Εγγονόπουλος ήθελε τον εαυτό του καλλιτέχνη της εποχής του. Ήθελε να εκφράζει τον εαυτό του ελεύθερα και να μεταλλάσσει ιδέες, σκέψεις, αισθήσεις και διαισθήσεις σε ποίηση και ζωγραφική.

Το ανοίκειο και η παραδοξολογία, η χωρίς λογική συνάφεια, η χωρίς ειρμό και συνειρμό αλληλουχία και η υπερβαίνουσα τον ανθρώπινο νου φαντασιοπληξία και φαντασιολαγνεία, καταγράφονται με τα χρώματα του λόγου και τον λόγο των χρωμάτων, για να παραγάγουν την αμίμητη καλλιτεχνική του ελεγεία. Ό,τι το άλογο και αταίριαστο συνέχεται από τη φλόγα του πάθους, προκειμένου να δοθεί σχήμα και μορφική οντότητα σε βιώματα, φόβους, αγωνίες, παρορμήσεις και κυκλοθυμικές εξάρσεις και εξάψεις και σε ό,τι ανάγεται στην τραγικότητα που ορίζει τη μοίρα του καλλιτέχνη.

[…] Αν και θεωρούσε τον εαυτό του ανέκαθεν υπερρεαλιστή και είχε εκ γενετής μέσα του την υπερρεαλιστική ροπή, ο Εγγονόπουλος δεν εντάχθηκε ποτέ στον στενό κύκλο των εκφραστών του κινήματος, ενώ απέφυγε την ένταξή του σ’ αυτό έτσι όπως καταστατικά εδραιώθηκε από τον André Breton και τους συνεργούς του, Louis Aragon, Paul Eluard και τους άλλους επιφανείς εκπροσώπους, οι οποίοι στόχευαν σ’ ένα κίνημα επαναστατικό, που στόχο του είχε να διεισδύσει σε κάθε μορφή σκέψης, τέχνης και ζωής. «Είμαστε οι ανατροπείς του πνεύματος», διακήρυττε ο Aragon. Ο Εγγονόπουλος ήθελε ένα κίνημα ήπιων ανατροπών, που να διατηρεί στοιχεία της γνησιότητας και τη διαφάνεια της Ανατολής. Αδιάλλακτος, ασυμβίβαστος, απροσδόκητος και διορατικός καλλιέργησε τα υπερρεαλιστικά ιδεώδη του, διατηρώντας όμως εναργή τον διάλογο με ό,τι συγκροτούσε τη δική του παράδοση.

[…] Τόσο ο Κόντογλου όσο και ο Παρθένης είναι αυτοί που καθόρισαν οριστικά τις αισθητικές του επιλογές. «Και τι δεν ωφελήθηκα και τι δεν αποθησαύρισα κοντά τους», ομολογούσε με δέος, σεβασμό και υπερηφάνεια. Είναι αυτοί που του έμαθαν πώς να συμβιβάζεται με την πνευματικότητα της παράδοσης της Ανατολής και την ελευθερία που του προσέφερε η τέχνη των πρωτοποριών∙ πώς να συνδιαλέγεται με την αισθητική της Δύσης, διατηρώντας την παράδοση και τους ρυθμούς της Ανατολής.

1928-1935, Τέμπερα σε χαρτί, 10 x 12 εκ., Συλλογή Νίκου Θεοδωρίδη και Κατερίνας Κούτσια

Κοινό σημείο αναφοράς με τους δασκάλους του ήταν η επιστροφή στις ρίζες και η μυστική λειτουργία της παράδοσης, η οποία επενεργούσε ως ενωτική δύναμη και καταλύτης και όχι ως δυνατότητα εικονοκλαστικών ρήξεων και αφορισμών και ως εφαλτήριο ανανέωσης με το ένδυμα μιας ελληνικότητας του κοσμοπολιτισμού. Εφαλτήριο για αναζήτηση ιδεών που να εκβάλλουν προς νέα αισθητικά δεδομένα της εποχής και νέες σχολές σκέψεων, συμβάλλοντας με τον δικό του τρόπο στην ανανεωτική προσπάθεια και το πνεύμα από το οποίο εμφορείτο η περιώνυμη γενιά του ’30, της οποίας ήταν ενεργό μέλος, χωρίς ωστόσο να τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για όλους όσοι τη συγκροτούσαν.

Οι ρίζες του Εγγονόπουλου φύονται ακόμα στην ποίηση του Διονύσιου Σολωμού, τον οποίο θεωρούσε τον πρώτο μεγάλο υπερρεαλιστή ποιητή. Συνεπαίρεται από τη μεταφυσική περίοδο της ζωγραφικής του de Chirico, τον οποίο θεωρούσε μία από τις μεγαλύτερες μορφές του παγκόσμιου υπερρεαλιστικού κινήματος. Ο Cézanne και ο Manet, οι δύο μεγάλοι ανανεωτές της τέχνης που άλλαξαν τον τρόπο του οράν συντάσσοντας μια νέα γλώσσα στην τέχνη, επόμενο ήταν να κινήσουν τον θαυμασμό του Εγγονόπουλου. Ο Παρθένης ήταν αυτός που τον μύησε στις αναζητήσεις και τα διδάγματα και των δύο. Θαύμαζε ακόμα τον Klee, τον ζωγράφο που αενάως αναζητούσε την κατανόηση των νόμων που διέπουν την κοσμογονική τάξη ή αταξία∙ τον Πικιώνη, ο οποίος με αγάπη είχε εντρυφήσει στην κατανόηση του ύφους και τον χαρακτήρα των αρχιτεκτονικών μνημείων και οικιών της νεοελληνικής παράδοσης.

[…] Ο Εγγονόπουλος χλευάστηκε σε μια εποχή η οποία ενδεχομένως να μην ήταν ακόμα έτοιμη να δεχθεί παρόμοιες αποκλίνουσες ιδέες από μια κοινωνία «εθισμένη» σ’ έναν άλλο τρόπο, στερεοτύπων, συμβάσεων και συμβιβασμών. Από την πρώτη του έκθεση το 1939, έως την επίσημη καταξίωση που επήλθε το 1954, όταν επελέγη να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1954 και την απονομή του πρώτου βραβείου ποίησης του Υπουργείου Παιδείας, ο δρόμος ήταν μακρύς, σκολιός και ανισόπεδος. Με ακαταπόνητη ανανεωτική ορμή διεκδίκησε το δικαίωμα της απόλυτης, της χωρίς όρους και όρια ελευθερίας στην τέχνη. Μια τέχνη που να τολμά ενάντια σε κάθε είδους αισθητισμό, αισθησιασμό και ορθολογισμό.

[…] Κυριάκος Κουτσομάλλης, Δρ. Ιστορίας και Ιστορίας της Τέχνης, Διευθυντής Μουσείου Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή

απόσπασμα από τον συνοδευτικό κατάλογο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχόλια μέσω Facebook

"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι... και με αυτά την ξαναφτιάχνεις"

Οδυσσέας Ελύτης