Χρυσαφένια ρόγα, πολυβραβευμένο Μοσχάτο Σάμου: H ιστορία του μοναδικού κρασιού που ξεκινάει από τις άτακτες Αμαζόνες & τον Διόνυσο έως σήμερα (φωτό)

118980677 664679960810435 3002976600743863148 N

«Χίλια γομάρια», ήταν η κυρίαρχη ευχή του τρυγητού, από τα πολύ παλιά χρόνια στη Σάμο. Τότε, που το γομάρι ήταν ένα φορτίο 133 κιλών περίπου από λαχταριστό μοσχάτο σταφύλι, κομμένο με το «κατσούνι» (μαχαιράκι με ξύλινη λαβή και κυρτή λεπίδα) από όλο το χωριό που ξεχυνόταν «πουρνό-πουρνό» με γέλια και χαρές στις ορεινές πεζούλες ξερολιθιάς.

Άλλες ευχές ήταν «τα μ’ σά θ’ κά σ» ή… «χίλιες ευχές να σ’ ακ’λουθάνι».

Φωτεινά πρόσωπα και χαμογελαστά, με ψάθες στο κεφάλι οι άντρες και μαντηλοδεμένες οι γυναίκες. Όλοι έκοβαν σκυμμένοι και μόνο οι κουβαλητάδες, τρέχοντας ανάμεσα στα κλήματα, άδειαζαν τα κοφίνια. Ο πιο έμπειρος ήταν αυτός που πήγαινε μπροστά απ’ όλους, διάλεγε τα πιο ώριμα σταφύλια και τα έβαζε κάτω-κάτω στα σακιά «για να βγει ο βαθμός καλός».

Όταν το «γομάρι» ήταν έτοιμο, ξεκινούσε το γαιδούρι για την πρώτη στράτα και φώναζε το αφεντικό στον αγωγιάτη «τα μάτια σ’ τέσσιρα, μη χάσουμι το γράδο»…

Από τότε μέχρι σήμερα, πολλά άλλαξαν: Η «Ένωση» που ιδρύθηκε το 1934, το 2016 έγινε «Ενιαίος Συνεταιρισμός». Το γαϊδουράκι αντικαταστάθηκε από αγροτικά οχήματα, μα ο κόπος, το «κατσούνι», η γιορτινή διάθεση των τρυγητάδων, η αυθεντική ποικιλία του σαμιώτικου μοσχάτου, ο δημιουργικός ξεσηκωμός όλου του χωριού για τον τρύγο, έμειναν ίδια!

Φέτος στη Σάμο, οι καιρικές συνθήκες ήταν ευνοϊκές και η ωρίμανση των μοσχάτων σταφυλιών εξελίσσεται ομαλά. Ο τρύγος εμφανίζεται αυξημένος κατά περίπου 15% σε σχέση με την περυσινή χρονιά, ενώ εκτιμάται ότι είναι και ποιοτικά υψηλή (καλή σοδειά)!

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις και λόγω του γεωφυσικού ανάγλυφου του νησιού της Σάμου, ο τρύγος του άσπρου μοσχάτου σταφυλιού που αποτελεί το 98% του σαμιακού αμπελώνα, θα διαρκέσει έως τέλη Σεπτεμβρίου.

Χρυσαφένια ρόγα, πολυβραβευμένο Μοσχάτο Σάμου

Παιχνιδίσματα φωτός στη στιλπνή επιφάνεια της χρυσαφένιας ρόγας του «Μοσχάτου Σάμου». Το αιγαιοπελαγίτικο αγέρι που μεταφέρει την αψάδα της θάλασσας και την ευωδιά της ανθισμένης φύσης. Χώμα πατρογονικό και ιδρώτας ανθρώπινος. Πεζούλες ξερολιθιάς, ως πάνω στο βουνό.

Ο Σαμιακός αμπελώνας, με την εξαιρετική ποικιλία του Άσπρου Μοσχάτου Σάμου αποκαλύπτει διαχρονικά τη δυναμική του. Οι ορεινές και ημιορεινές αναβαθμίδες, η έκθεση στον ήλιο, η ποικιλία, το έδαφος, το υψόμετρο, τα ιδιαίτερα μικροκλίματα, ο ανθρώπινος παράγοντας, η συνεταιριστική δράση, η οινοποίηση, η παλαίωση, οριοθετούν ένα από τα πιο ενδιαφέροντα terroir παγκοσμίως.

Το κρασί -και ειδικότερα το σαμιώτικο κρασί- κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη ζωή των ανθρώπων. Συνδέεται με την ευφορία ψυχής μα και πνεύματος, με τις πιο όμορφες ανάσες της καθημερινότητας αλλά και τις ξεχωριστές εκείνες στιγμές που προκύπτουν απρόβλεπτα και φέρνουν μαζί τους χαμόγελα. Στις φιλικές μαζώξεις, στα επαγγελματικά δείπνα, τις επετείους και τις γιορτές, στο καλωσόρισμα των αγαπημένων προσώπων, στον ενθουσιασμό και τη χαρά, στο καταστάλαγμα των σκέψεων, στο γεύμα και το δείπνο, στα χαλαρωτικά μεσοδιαστήματα. Στη μελαγχολία του φθινοπώρου, στη μοναξιά και την περίσκεψη του χειμώνα, τα όμορφα ανοιξιάτικα βράδια μα και τις καυτές μέρες του καλοκαιριού.

Αμπελοτόπια και πεζούλες

Τα αμπελοτόπια της Σάμου, ειδικά τα ορεινά, είναι δύσβατα, άγονα και άνυδρα, αλλά ταυτόχρονα θησαυρός για την αμπελοκαλλιέργεια. Οι αμπελουργοί, με την εφευρετικότητα και την εργατικότητά τους, κατάφεραν να τα μετατρέψουν σε αξιοποιήσιμα, δημιουργώντας στις πλαγιές των βουνών αναβαθμίδες, τις γνωστές «πεζούλες». Η αμπελοκαλλιέργεια στις πεζούλες αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη και επίπονη παραδοσιακή αμπελουργική πρακτική, που δίνει πολύ χαμηλές στρεμματικές αποδόσεις αλλά σταφύλι εξαιρετικής ποιότητας, συνεισφέροντας έτσι στη δημιουργία των μοναδικών, σύγχρονων κρασιών της Σάμου.

Σήμερα, το τρίπτυχο που προσδιορίζει την επιτυχημένη πορεία του «Σαμιώτικου Μοσχάτου» είναι το μικροκλίμα που δημιουργείται χάρη στο γεωφυσικό ανάγλυφο και τη βλάστηση του νησιού, το εξαιρετικό δυναμικό της ποικιλίας και η αγάπη, το «μεράκι» των ανθρώπων που εμπλέκονται με αυτό.

Οι αμπελουργοί της Σάμου καλλιεργούν χειρωνακτικά σε ορεινές πεζούλες ξερολιθιάς, με μικρή στρεμματική απόδοση που δεν ξεπερνά τα 1.000 κιλά σταφυλιού ανά στρέμμα.

Οι διαμορφωμένοι αμφιθεατρικά πατρογονικοί αμπελώνες -στο μεταίχμιο Δύσης και Ανατολής- και σε υψόμετρο έως και 900 μέτρων, καταδεικνύουν τη μακρά οινοπαραγωγική παράδοση του νησιού. Εξασφαλίζουν στο Μοσχάτο σταφύλι, αργή και σταθερή ωρίμανση, μέχρι να αποκτήσει πολύ υψηλούς βαθμούς σακχάρων και να εμπλουτιστεί με τα αρώματα της σαμιώτικης γης. Για όλους αυτούς τους λόγους, το σαμιώτικο κρασί διαθέτει μια από τις παλαιότερες κατοχυρώσεις ελεγχόμενης ονομασίας προέλευσης της Ευρώπης (ΠΟΠ).

Από τις Αμαζόνες, στην ιστορία

Η μακρά οινοποιητική παράδοση του νησιού πηγαίνει πίσω χιλιάδες χρόνια, με τη μυθολογική καταγραφή της διαμάχης των Αμαζόνων με το Διόνυσο, το θεό της ευφορίας, του αμπελιού και του κρασιού. Οι περήφανες Αμαζόνες έκαναν το λάθος να περιφρονήσουν τη λατρεία του. Για να αποφύγουν την οργή του, κατέφυγαν στην πυκνόφυτη Σάμο. Ο Διόνυσος ζήτησε τη βοήθεια των Σαμίων για να τις κατατροπώσει κι αφού τα κατάφερε, χάρισε στους κατοίκους του νησιού το κλήμα που βγάζει το «Άσπρο Μοσχάτο», το ολόγευστο, χρυσαφένιο σταφύλι με τις μικρές ρώγες. Τους έμαθε πώς να το καλλιεργούν σε πεζούλες ξερολιθιάς και να φτιάχνουν το περίφημο γλυκόπιοτο σαμιώτικο κρασί.

Κατά άλλους θρύλους, ο μυθικός Αγκαίος και βασιλιάς της Σάμου, υπήρξε ο πρώτος αμπελοκαλλιεργητής. Γύρω στο 500 π.Χ. η Σάμος κυριαρχούσε στο εμπόριο και ίδρυε αποικίες σε όλη τη Μεσογειακή λεκάνη. Οι σαμιακές διήρεις «Σάμαινες» αποδεδειγμένα μετέφεραν κρασί σε διάφορα λιμάνια του τότε υπαρκτού κόσμου με οξυπύθμενους αμφορείς.

Η μακραίωνη διαδρομή του σαμιώτικου κρασιού, αποτυπώνεται στα ομηρικά έπη, σε ιστορικές πηγές του Ηρόδοτου, του Πλίνιου και του Πολυδεύκη, του Ιπποκράτη, του Γαληνού και του Θεόφραστου.

Στα μεταχριστιανικά χρόνια η πρώτη καταγραφή εμφανίζεται το 1557 και αποδίδεται στον Ιταλό περιηγητή Pellegrino Poccardi ο οποίος κάνει λόγο για «φημισμένα κρασιά της Σάμου».

Στις αρχές του 17ου αιώνα ο Γάλλος περιηγητής Τουρνεφόρ καταγράφει στη Σάμο μια παραγωγή «μοσχάτου» κρασιού που φτάνει τα 3.000 βαρέλια. Κατά τον 19ο αιώνα, το νησί τροφοδοτεί με επώνυμα κρασιά τις αγορές της Δύσης και της Ανατολής. Από τότε, η Καθολική Εκκλησία παραχωρεί στη Σάμο το προνόμιο παρασκευής οίνου με πιστοποιητικό Καθολικής Αποστολής. Ο «εκκλησιαστικός οίνος» χρησιμοποιείται και από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία για την παρασκευή της θείας ευχαριστίας.

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές η πρωτεύουσα του νησιού, η Σάμος, οφείλει την ανάπτυξή της στην οικονομική και εργασιακή δραστηριότητα που αναπτύχθηκε εξαιτίας της εμπορίας και διακίνησης του κρασιού από τον 17ο αιώνα, ενώ η αμπελουργία με τη μορφή που μέχρι και σήμερα την γνωρίζουμε (μοναδική ποικιλία, μικρός κλήρος, δύσκολο ανάγλυφο, κατακερματισμένες ιδιοκτησίες) αποτελεί παράδοση αιώνων. Αυτό έχει συντελέσει στην δημιουργία ενός μοναδικού αμπελοοινικού πολιτισμού με ζώσες προεκτάσεις στην τοπική κοινωνία αλλά και διασυνδέσεις με τον Ευρωπαικό.

Όλη η ποίηση σε ένα μπουκάλι…

«Το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση» έγραφε ο Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον. Και αυτού του είδους η ποίηση από το ακριτικό νησί, έχει το δικό της όνομα: Κρασιά γλυκά, ημίξηρα μα και ξηρά από τον Ενιαίο Συνεταιρισμό της Σάμου και την ποικιλία του «Άσπρου Μοσχάτου Σάμου», με ξεχωριστά αρώματα, πολυποίκιλες γεύσεις, φρουτένιες πινελιές και μια καλοκρυμμένη αλλά έντονα απολαυστική επίγευση.

Αναφορές στο σαμιώτικο κρασί συναντάμε στο ποιητικό έργο του Λόρδου Βύρωνα, του Σικελιανού, του Ελύτη, του Βάρναλη, του Καρυωτάκη και του Καβάφη αλλά και σε βιβλία νεοευρωπαίων λογοτεχνών, όπως η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ.

Όπως αναφέρει στα «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού» ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος, ο οποίος πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του -υπό περιορισμόν- στη Σάμο,

«…ρώγα τη ρώγα σφίγγει το σταφύλι,

φιλί φιλί ανεβαίνει ο έρωτας.

Δυο τσαμπιά κάθονται στη φούχτα μου…»

Ο Συνεταιρισμός (ΕΟΣ Σάμου, έτος ίδρυσης 1934)

Το Συνεταιριστικό σχήμα της Σάμου, αποτελεί ένα από τα πιο παλιά της Ελλάδας, καθώς ιδρύθηκε το 1934 και συγκαταλέγεται μεταξύ των 10 μεγαλύτερων οινοποιείων της χώρας μας. Σήμερα, ο Ενιαίος Οινοποιητικός Αγροτικός Συνεταιρισμός της Σάμου συγκεντρώνει, οινοποιεί και εμπορεύεται το σύνολο της παραγωγής των 2.200 αμπελοκαλλιεργητών-μελών του, εφαρμόζοντας τόσο το Σύστημα Ποιότητας κατά ISO όσο και το Σύστημα Διαχείρισης Ασφάλειας των Τροφίμων ΗACCP.

Τα κρασιά της Σάμου έχουν συγκεντρώσει εκατοντάδες βραβεία και διακρίσεις σε διεθνείς διαγωνισμούς και εκθέσεις. Αξίζει να σημειωθεί πως η πρώτη διάκριση χρονολογείται από το 1936, ενώ κάθε χρόνο προστίθενται ολοένα και περισσότερες στη μακρά σειρά των διεθνών βραβεύσεων.

Το σαμιώτικο κρασί αποτελεί τον κυριότερο οινικό πρεσβευτή της Ελλάδας στο εξωτερικό, με εξαγωγές στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο. Η μέση ετήσια παραγωγή είναι κατά μέσο όρο 5.500-6.000 εκατομμύρια λίτρα και οι εξαγωγές ανέρχονται στο 70% της παραγωγής.

Η οινική παραγωγή του ΕΟΣ Σάμου, περιλαμβάνει γλυκείς, ξηρούς και ημίξηρους οίνους. Με το κρυστάλλινο χρώμα τους και τα έντονα φρουτώδη τους αρώματα, μας ταξιδεύουν στον κόσμο της ποιοτικής γεύσης που μπορεί ωστόσο να είναι μια προσιτή πολυτέλεια!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Σχόλια μέσω Facebook

"Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα στο τέλος θα δεις να σου απομένουν
μια ελιά, ένα αμπέλι, κι ένα καράβι... και με αυτά την ξαναφτιάχνεις"

Οδυσσέας Ελύτης